shitpuddle
shit
ˈʃɪt
shit
pu
pa
ddle
dəl
dēl

Ορισμός και σημασία του "shitpuddle"στα αγγλικά

01

σκουπίδι, άθλιος

a person considered filthy, disgusting, or contemptible 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shitpuddles
Παραδείγματα
That shitpuddle spilled soda everywhere. 

Αυτό το σκουπίδι έριξε σόδα παντού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shitpuddle

shit

+

puddle

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store