shitpot
Pronunciation
/ʃˈɪtpɑːt/

Ορισμός και σημασία του "shitpot"στα αγγλικά

01

βρωμιάρης, αχρείος

a person considered filthy, contemptible, or disgusting
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitpots
Παραδείγματα
The shitpot smelled like he had n't showered in days.
Ο βρωμιάρης μύριζε σαν να μην είχε κάνει ντους για μέρες.

Λεξικό Δέντρο

shitpot

shit

+

pot

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store