Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitpot
01
βρωμιάρης, αχρείος
a person considered filthy, contemptible, or disgusting
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitpots
Παραδείγματα
The shitpot smelled like he had n't showered in days.
Ο βρωμιάρης μύριζε σαν να μην είχε κάνει ντους για μέρες.



























