Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitpiss
01
σκουπίδι, απεχθής
a person treated as contemptible or revolting
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitpisses
Παραδείγματα
Everyone glared at the shitpiss.
Όλοι κοιτάζασαν με περιφρόνηση τον σκουπίδι.



























