shitfuck
shit
ˈʃɪt
shit
fuck
fʌk
fak
shitneckshitdickshitsack

Ορισμός και σημασία του "shitfuck"στα αγγλικά

01

μαλάκας, πουτάνας γιος

a person regarded as utterly contemptible or vile 
shitfuck definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitfucks
Παραδείγματα
That shitfuck wrecked the whole night. 

Αυτός ο μαλάκας κατέστρεψε όλη τη νύχτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store