Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitbreath
01
σκατοανάσα, σκατόστομα
a person considered disgusting, especially because of foul breath or poor hygiene
offensive
slang
vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitbreaths
Παραδείγματα
The shitbreath kept breathing down my neck.
Ο σκουπιδόπνοος συνέχιζε να αναπνέει στον λαιμό μου.
Λεξικό Δέντρο
shitbreath
shit
breath



























