Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitbrain
01
ηλίθιος, βλάκας
a person regarded as stupid, slow-witted, or incapable of thinking clearly
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shitbrains
Παραδείγματα
That shitbrain forgot the keys again.
Αυτός ο ηλίθιος ξέχασε ξανά τα κλειδιά.
Λεξικό Δέντρο
shitbrain
shit
brain



























