scoozie
scoo
ˈsku:
skoo
zie
zi
zi
/skˈuːzi/

Ορισμός και σημασία του "scoozie"στα αγγλικά

01

ένας ανόητος, ένας ηλίθιος

a person viewed as foolish, contemptible, or annoying
scoozie definition and meaning
Offensive
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scoozies
Παραδείγματα
The scoozie tried to show off and failed.
Ο σκοόζι προσπάθησε να επιδείξει και απέτυχε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store