Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Queer bait
01
δέλεαρ queer, παγίδα queer
the use of implied or ambiguous LGBTQ+ signaling to attract attention or audiences without genuine representation
αποδοκιμαστικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
queer baits
Παραδείγματα
Fans called it queer bait after the show teased a romance and then walked it back.
Οι θαυμαστές το ονόμασαν queer bait αφού η εκπομπή υπέδειξε μια ρομαντική σχέση και μετά την απέσυρε.



























