Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Coldcream
01
κρέμα κρύου, καθαριστική κρέμα
a cream used cosmetically (mostly by women) for softening and cleaning the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
coldcreams
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
coldcream
cold
cream



























