pussyboy
pu
ˈpʊ
poo
ssy
si
si
boy
ˌbɔɪ
boy

Ορισμός και σημασία του "pussyboy"στα αγγλικά

01

δειλός, παντζούρι

a man considered weak, effeminate, or cowardly 
pussyboy definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
pussyboys
αρσενικό ενικό
pussyboy
neutral form
coward
Παραδείγματα
Quit crying, pussyboy, and fight back. 

Σταμάτα να κλαις, pussyboy, και αντεπίδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store