pizzaface
pizzaface
pi:tsafeɪs
pitsafeis

Ορισμός και σημασία του "pizzaface"στα αγγλικά

01

πίτσα-πρόσωπο, πρόσωπο πίτσας

a person ridiculed for acne or a highly pockmarked face 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pizzafaces
Παραδείγματα
I felt sorry for the pizzaface getting bullied. 

Λυπήθηκα για τον pizzaface που τον τρομοκρατούσαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store