Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cold weather
01
κύμα κρύου, ασυνήθιστο κρύο
a period of unusually cold weather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cold weathers
LanGeek



























