cold weather
cold
ˈkoʊld
kowld
wea
ve
ther
ðər
dhēr
/kˈəʊld wˈɛðə/

Ορισμός και σημασία του "cold weather"στα αγγλικά

01

κύμα κρύου, ασυνήθιστο κρύο

a period of unusually cold weather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cold weathers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store