Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Piss gulper
01
πιωτής ούρων, καταπίνων ούρα
a person described as drinking urine, often to mock submission or degradation
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
piss gulpers
Παραδείγματα
The bully called him a piss gulper and laughed.
Ο νταής τον αποκάλεσε ουροπότη και γέλασε.



























