pissbreath
piss
ˈpɪs
pis
breath
brɛθ
breth

Ορισμός και σημασία του "pissbreath"στα αγγλικά

01

ανάσα ούρων, ανάσα με μυρωδιά ούρων

a person disgusting or repulsive, often with foul breath 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pissbreaths
Παραδείγματα
Move away, pissbreath, nobody wants to smell that. 

Φύγε, αναπνοή ούρων, κανείς δεν θέλει να το μυρίσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pissbreath

piss

+

breath

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store