Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pissbrain
01
ηλίθιος, βλάκας
a person considered stupid or incapable of basic thought
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pissbrains
Παραδείγματα
Only a pissbrain would try to fry metal in the microwave.
Μόνο ένα εγκεφαλοκατούρημα θα προσπαθούσε να τηγανίσει μέταλλο στο μικροκύμα.
Λεξικό Δέντρο
pissbrain
piss
brain



























