Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pissbaby
01
κλαψιάρης, γκρινιάρης
a person overly sensitive, whiny, or easily offended
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pissbabies
Παραδείγματα
Quit crying like a pissbaby—it's just a game.
Σταμάτα να κλαις σαν κλαψιάρης—είναι απλώς ένα παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
pissbaby
piss
baby



























