pimple face
pim
ˈpɪm
pim
ple
pəl
pēl
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "pimple face"στα αγγλικά

01

πρόσωπο με σπυράκια, σπυριάρικο πρόσωπο

a person ridiculed for having acne or an unattractive complexion 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pimple faces
Παραδείγματα
Stop acting tough, pimple face, no one takes you seriously. 

Σταμάτα να παριστάνεις τον σκληρό, πρόσωπο με σπυράκια, κανείς δεν σε παίρνει στα σοβαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store