pigslut
pig
ˈpɪg
pig
slut
slʌt
slat

Ορισμός και σημασία του "pigslut"στα αγγλικά

01

γουρούνι πόρνη, πόρνη γουρούνι

a woman considered sexually promiscuous 
προσβλητικό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
pigsluts
θηλυκό ενικό
pigslut
Παραδείγματα
She stormed out crying when the guys called her a pigslut. 

Βγήκε κλαίγοντας όταν οι τύποι την αποκάλεσαν γουρουνόπουτανα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store