penispuffer
pe
pi:
pi
nis
nɪs
nis
pu
pa
ffer

Ορισμός και σημασία του "penispuffer"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητος, αδύναμος

a person regarded as contemptible, weak, or morally inferior 
penispuffer definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
penispuffers
Παραδείγματα
Nobody wanted to sit next to that penispuffer at the party. 

Κανείς δεν ήθελε να καθίσει δίπλα σε αυτόν τον penispuffer στο πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store