nump
nump
nʌmp
namp
tumppumplumpbump

Ορισμός και σημασία του "nump"στα αγγλικά

01

ανόητος, βλάκας

a person viewed as foolish, useless, or lacking sense 
nump definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
numps
Παραδείγματα
He sat there grinning while everything went wrong like a nump. 

Κάθισε εκεί χαμογελώντας ενώ όλα πήγαιναν στραβά σαν ένας nump.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store