manwhore
man
ˈmæn
mān
whore
hɔ:
haw

Ορισμός και σημασία του "manwhore"στα αγγλικά

01

γυναικάς, φλερτατζής

a promiscuous man who has many casual sexual partners 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
manwhores
αρσενικό ενικό
manwhore
θηλυκό ενικό
womanwhore
neutral form
promiscuous person
Παραδείγματα
The manwhore bragged about his weekend conquests. 

Ο γυναικάς καυχιόταν για τις κατακτήσεις του το σαββατοκύριακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store