Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to manumit
01
ελευθερώνω, απελευθερώνω
to grant freedom or release from slavery or servitude
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
manumit
γ΄ ενικό πρόσωπο
manumits
ενεστώτα μετοχή
manumitting
απλός αόριστος
manumitted
παθητική μετοχή
manumitted
Παραδείγματα
Over the years, they have manumitted countless individuals, championing the cause of freedom and equality for all.
Με τα χρόνια, έχουν απελευθερώσει αμέτρητα άτομα, υπερασπιζόμενοι την υπόθεση της ελευθερίας και της ισότητας για όλους.
Λεξικό Δέντρο
manumitter
manumit



























