to manumit
ma
ˌmæ
nu
njʊ
nyoo
mit
ˈmɪt
mit

Ορισμός και σημασία του "manumit"στα αγγλικά

to manumit
01

ελευθερώνω, απελευθερώνω

to grant freedom or release from slavery or servitude 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
manumit
γ΄ ενικό πρόσωπο
manumits
ενεστώτα μετοχή
manumitting
απλός αόριστος
manumitted
παθητική μετοχή
manumitted
Παραδείγματα
The benevolent master manumits his most trusted slave, granting him freedom and independence. 

Ο ευνοϊκός κύριος απελευθερώνει τον πιο έμπιστο σκλάβο του, του δίνοντας ελευθερία και ανεξαρτησία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store