lard face
lard
lɑ:rd
laard
face
feɪs
feis
/lˈɑːd fˈeɪs/

Ορισμός και σημασία του "lard face"στα αγγλικά

01

λιπαρό πρόσωπο, χοντρό πρόσωπο

an overweight person, especially one with a round or fat face
lard face definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lard faces
Παραδείγματα
The crude coworker called the new employee lard face.
Ο αγενής συνάδελφος αποκάλεσε τον νέο υπάλληλο πρόσωπο λαρδί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store