lard face
lard
lɑ:d
laad
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "lard face"στα αγγλικά

01

λιπαρό πρόσωπο, χοντρό πρόσωπο

an overweight person, especially one with a round or fat face 
lard face definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lard faces
Παραδείγματα
The playground bullies chanted "lard face" at the pudgy kid. 

Οι νταήδες της παιδικής χαράς φώναζαν « λιπαρό πρόσωπο » στο παχουλό παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store