landwhale
land
ˈlænd
lānd
whale
weɪl
veil
/lˈandweɪl/

Ορισμός και σημασία του "landwhale"στα αγγλικά

01

χερσαία φάλαινα, ελεφαντίνα

an obese woman
landwhale definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
landwhales
Παραδείγματα
The angry ex called her a landwhale in revenge texts.
Ο θυμωμένος πρώην την αποκάλεσε χερσαία φάλαινα σε μηνύματα εκδίκησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store