jagweed
jag
ˈʤæg
jāg
weed
wi:d
vid

Ορισμός και σημασία του "jagweed"στα αγγλικά

01

άχρηστος, πονηρός

a worthless, annoying, or contemptible person 
Dialectamerican flagAmerican
jagweed definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jagweeds
Παραδείγματα
The jagweed took the last slice of pizza without asking. 

Ο jagweed πήρε το τελευταίο κομμάτι πίτσας χωρίς να ρωτήσει.

Λεξικό Δέντρο

jagweed

jag

+

weed

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store