gooner
goo
ˈgu:
goo
ner
nə
nē
goobergoner

Ορισμός και σημασία του "gooner"στα αγγλικά

01

εθισμένος στην πορνογραφία, εμμονικός αυνανιστής

a person addicted to pornography and excessive masturbation 
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gooners
Παραδείγματα
The gooner locked himself away binge-watching adult content. 

Ο gooner κλείδωσε τον εαυτό του για να παρακολουθεί περιεχόμενο για ενήλικες ασταμάτητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store