farthead
fart
fɑrt
faart
head
hɛd
hed
/fˈɑːthɛd/

Ορισμός και σημασία του "farthead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person
farthead definition and meaning
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fartheads
Παραδείγματα
She laughed at the farthead who walked into the wrong meeting room.
Γέλασε με τον ηλίθιο που μπήκε στο λάθος δωμάτιο συσκέψεων.

Λεξικό Δέντρο

farthead

fart

+

head

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store