farthead
fart
ˈfɑ:t
φατ
head
hɛd
χεντ
fathead

Ορισμός και σημασία του "farthead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid or foolish person 
farthead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fartheads
Παραδείγματα
The farthead couldn't remember the Wi-Fi password he set yesterday. 

Ο ηλίθιος δεν μπορούσε να θυμηθεί τον κωδικό Wi-Fi που είχε ορίσει χθες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

farthead

fart

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store