dogbolt
dog
ˈdɒg
dog
bolt
bəʊlt
bewlt

Ορισμός και σημασία του "dogbolt"στα αγγλικά

01

άχρηστος, καταφρονημένος

a worthless, contemptible, or despicable person 
dogbolt definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dogbolts
Παραδείγματα
The old novel described the traitor as a vile dogbolt. 

Το παλιό μυθιστόρημα περιέγραφε τον προδότη ως άθλιο άνθρωπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store