dickless
dick
ˈdɪk
dik
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "dickless"στα αγγλικά

01

δειλός, αδύναμος

(of a person) weak, cowardly, or unmanly 
dickless definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dickless
συγκριτικός βαθμός
more dickless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dickless player avoided every tackle. 

Ο δειλός παίκτης απέφυγε κάθε πλασέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store