Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dickless
01
δειλός, αδύναμος
(of a person) weak, cowardly, or unmanly
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dickless
συγκριτικός βαθμός
more dickless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dickless bully only picked on smaller kids.
Ο δειλός νταής παρενοχλούσε μόνο μικρότερα παιδιά.
Λεξικό Δέντρο
dickless
dick



























