dickface
dick
ˈdɪk
dik
face
feɪs
feis
prickface

Ορισμός και σημασία του "dickface"στα αγγλικά

01

κωλοπρόσωπος, ηλίθιος

a stupid or contemptible person 
dickface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dickfaces
Παραδείγματα
The dickface forgot his lines during the audition. 

Ο ηλίθιος ξέχασε τα λόγια του κατά τη διάρκεια της ακρόασης.

02

πρωκτόπροσωπος, πουτσοπρόσωπος

an unattractive-looking person 
dickface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
Everyone laughed when the dickface walked in. 

Όλοι γέλασαν όταν μπήκε ο πουτσοπρόσωπος.

Λεξικό Δέντρο

dickface

dick

+

face

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store