cuntwaffle
cunt
ˈkʌnt
kant
wa
vo
ffle
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "cuntwaffle"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or annoying person 
cuntwaffle definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cuntwaffles
Παραδείγματα
The cuntwaffle couldn't follow the simplest directions. 

Ο cuntwaffle δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τις πιο απλές οδηγίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store