Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cuntfucker
01
μαλάκας, αρχίδι
a stupid, contemptible, or undesirable person
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cuntfuckers
Παραδείγματα
He called the lazy coworker a useless cuntfucker.
Αποκάλεσε τον τεμπέλη συνάδελφο άχρηστο μαλάκα.
02
μουνόπαιχτη, γαμήστρα μουνιού
a lesbian woman
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The homophobic jerk called the gay women cuntfuckers.
Ο ομοφοβικός μαλάκας αποκάλεσε τις λεσβίες μουνογλείφτες.



























