cuntfucker
cunt
ˈkʌnt
kant
fu
fa
cker
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "cuntfucker"στα αγγλικά

01

μαλάκας, αρχίδι

a stupid, contemptible, or undesirable person 
cuntfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cuntfuckers
Παραδείγματα
He called the lazy coworker a useless cuntfucker. 

Αποκάλεσε τον τεμπέλη συνάδελφο άχρηστο μαλάκα.

02

μουνόπαιχτη, γαμήστρα μουνιού

a lesbian woman 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The homophobic jerk called the gay women cuntfuckers. 

Ο ομοφοβικός μαλάκας αποκάλεσε τις λεσβίες μουνογλείφτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store