cockhead
cock
ˈkɒk
kok
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "cockhead"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or contemptible person 
cockhead definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
cockheads
αρσενικό ενικό
cockhead
neutral form
idiot
Παραδείγματα
The cockhead forgot to save his work and lost the entire document. 

Ο ηλίθιος ξέχασε να αποθηκεύσει τη δουλειά του και έχασε ολόκληρο το έγγραφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cockhead

cock

+

head

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store