brainrot
brain
ˈbreɪn
brein
rot
rɒt
rot

Ορισμός και σημασία του "brainrot"στα αγγλικά

01

νοητική παρακμή, ηλίθια εμμονή

mental decline, stupidity, or obsession caused by low-quality content or habits 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Scrolling endless short videos gave him serious brainrot. 

Το ατέλειωτο κύλιση σύντομων βίντεο του προκάλεσε σοβαρή εγκεφαλική φθορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brainrot

brain

+

rot

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store