brainlet
brain
ˈbreɪn
μπρειν
let
lɪt
λιτ
braceletbractlet

Ορισμός και σημασία του "brainlet"στα αγγλικά

01

μικρός εγκέφαλος, ηλίθιος

a person considered unintelligent or having a small brain 
brainlet definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brainlets
Παραδείγματα
The meme labeled the wrong-answer guy a brainlet. 

Το meme χαρακτήρισε τον λάθος-απάντηση τύπο ως μικροεγκέφαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brainlet
brain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store