bitchface
bitch
ˈbɪʧ
bich
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "bitchface"στα αγγλικά

01

μούρη πουτάνας, πρόσωπο σκύλας

a person, usually a woman, with a habitually unpleasant or resting angry expression 
bitchface definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bitchfaces
Παραδείγματα
She got called bitchface for looking annoyed during photos. 

Την αποκάλεσαν σκατόψυχη επειδή φαινόταν ενοχλημένη κατά τη διάρκεια των φωτογραφιών.

Λεξικό Δέντρο

bitchface

bitch

+

face

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store