bag whore
bag
bag
bag
whore
hɔ:
haw

Ορισμός και σημασία του "bag whore"στα αγγλικά

01

εθισμένη στις τσάντες, παθιασμένη με τις τσάντες σχεδιαστών

a person, usually a woman, seen as excessively obsessed with designer handbags or material possessions 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
bag whores
θηλυκό ενικό
bag whore
neutral form
bag enthusiast
Παραδείγματα
She owns fifty designer purses total bag whore. 

Κατέχει πενήντα τσάντες σχεδιαστών – μια πλήρης τσάντα πόρνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store