asswhore
ass
ɑ:s
aas
whore
hɔ:
haw

Ορισμός και σημασία του "asswhore"στα αγγλικά

01

αναλική πόρνη, πόρνη του κώλου

a promiscuous person, especially one associated with anal sex 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asswhores
Παραδείγματα
He called his ex an asswhore after hearing about her new partner. 

Αποκάλεσε την πρώην του πουτάνα αφού άκουσε για τον νέο της σύντροφο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store