assweed
ass
ɑ:s
ασ
weed
wi:d
ουιντ
asswad

Ορισμός και σημασία του "assweed"στα αγγλικά

01

ένας ανάξιος, ένας ενοχλητικός

a worthless, annoying, or insignificant person 
assweed definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assweeds
Παραδείγματα
The assweed kept interrupting the meeting with dumb questions. 

Ο ηλίθιος διακόπτει συνεχώς τη συνάντηση με ανόητες ερωτήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store