asstard
ass
as
as
tard
ˈtɑ:d
taad

Ορισμός και σημασία του "asstard"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a stupid, foolish, or idiotic person 
asstard definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asstards
Παραδείγματα
The asstard tried to microwave a foil-wrapped sandwich. 

Ο ηλίθιος προσπάθησε να ζεστάνει ένα σάντουιτς τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο στο φούρνο μικροκυμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store