anushole
a
ˈæ
ā
nu
noo
shole
ʃəʊl
shewl

Ορισμός και σημασία του "anushole"στα αγγλικά

01

αξιοκαταφρόνητο άτομο, δυσάρεστο άτομο

a contemptible or unpleasant person 
anushole definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anusholes
Παραδείγματα
Some anushole on the internet keeps trolling every post I make. 

Κάποιος ανουσόλ στο Διαδίκτυο συνεχίζει να τρολλάρει κάθε ανάρτηση που κάνω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store