Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bullshitter
01
παθολογικός ψεύτης, κομπαστής
a person who habitually lies or exaggerates, often to impress others or protect their image
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullshitters
Παραδείγματα
He's a total bullshitter who claims he dated celebrities nobody's heard of.
Είναι ένας ολοκληρωτικός ψεύτης που ισχυρίζεται ότι βγήκε με διάσημους που κανείς δεν έχει ακούσει.
Λεξικό Δέντρο
bullshitter
bullshit
bull
shit



























