Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bullshitter
01
παθολογικός ψεύτης, κομπαστής
a person who habitually lies or exaggerates, often to impress others or protect their image
Offensive
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullshitters
Παραδείγματα
The politician is just another bullshitter promising change that never comes.
Ο πολιτικός είναι απλώς ένας ακόμη ψεύτης που υπόσχεται αλλαγές που ποτέ δεν έρχονται.
Λεξικό Δέντρο
bullshitter
bullshit
bull
shit



























