bullshitter
bull
ˈbʊl
bool
shi
ʃɪ
shi
tter

Ορισμός και σημασία του "bullshitter"στα αγγλικά

01

παθολογικός ψεύτης, κομπαστής

a person who habitually lies or exaggerates, often to impress others or protect their image 
bullshitter definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullshitters
Παραδείγματα
He's a total bullshitter who claims he dated celebrities nobody's heard of. 

Είναι ένας ολοκληρωτικός ψεύτης που ισχυρίζεται ότι βγήκε με διάσημους που κανείς δεν έχει ακούσει.

Λεξικό Δέντρο

bullshitter
bullshit

bull

+

shit

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store