cola
co
ˈkəʊ
kew
la
colza

Ορισμός και σημασία του "cola"στα αγγλικά

01

κόλα, ποτό κόλα

a brown and sweet drink with gas and no alcohol in it 
cola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
colas
Παραδείγματα
He ordered a glass of cola with ice. 

Παρήγγειλε ένα ποτήρι κόλα με πάγο.

02

κόλα, μεγάλο γένος αφρικανικών δέντρων που παράγουν καρπούς κόλα

large genus of African trees bearing kola nuts 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store