dogfucker
dog
ˈdɒg
dog
fu
fa
cker
ka
ka

Ορισμός και σημασία του "dogfucker"στα αγγλικά

01

πάλιο, σκατόσκυλο

a despicable or contemptible person 
dogfucker definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dogfuckers
Παραδείγματα
He called the crooked contractor a thieving dogfucker. 

Αποκάλεσε τον διεφθαρμένο εργολάβο σκατόπαιδο.

02

ζωόφιλος, βιαστής σκύλων

a person who performs sexual acts with dogs or other animals 
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The police arrested a known dogfucker in the neighborhood. 

Η αστυνομία συνέλαβε έναν γνωστό ζωόφιλο στη γειτονιά.

03

ζωόφιλος, άτομο από την κοινότητα furry

someone who participates in the furry fandom, not necessarily implying illegal acts 
προσβλητικό
Παραδείγματα
The trolls online called anyone in a fursuit a dogfucker. 

Οι τρολ στο διαδίκτυο αποκαλούσαν dogfucker οποιονδήποτε φορούσε fursuit.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store