Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuck around
[phrase form: fuck]
01
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
to waste time aimlessly or engage in unproductive activities
Dialect
American
Slang
Vulgar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck around
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks around
ενεστώτα μετοχή
fucking around
απλός αόριστος
fucked around
παθητική μετοχή
fucked around
Παραδείγματα
I fucked around trying different outfits and ended up late.
Ξόδεψα χρόνο δοκιμάζοντας διαφορετικά ρούχα και κατέληξα αργά.
02
κάνω χαζομάρες, συμπεριφέρομαι ανόητα
to engage in playful, reckless, or mischievous behavior that can annoy, endanger, or disrupt others
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
Stop fucking around in the back seat while I'm driving.
Σταμάτα να κάνεις χαζομάρες στο πίσω κάθισμα ενώ οδηγώ.
03
απιστώ, κοιμάμαι με τον καθένα
to have casual sex with multiple partners promiscuously
Dialect
American
Slang
Vulgar
Παραδείγματα
He fucked around so much he caught something and had to get treated.
Έκανε τόσο πολύ σεξ με διάφορους που κόλλησε κάτι και έπρεπε να θεραπευτεί.



























