Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fuck around
01
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
to waste time aimlessly or engage in unproductive activities
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
fuck
ενεστώτας
fuck around
γ΄ ενικό πρόσωπο
fucks around
ενεστώτα μετοχή
fucking around
απλός αόριστος
fucked around
παθητική μετοχή
fucked around
Παραδείγματα
He fucked around all weekend instead of packing for the move.
Σπατάλησε το χρόνο του όλο το σαββατοκύριακο αντί να πακετάρει για τη μετακόμιση.
02
κάνω χαζομάρες, συμπεριφέρομαι ανόητα
to engage in playful, reckless, or mischievous behavior that can annoy, endanger, or disrupt others
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The drunk guys were fucking around pushing each other into the pool.
Οι μεθυσμένοι τύποι έκαναν χαζομάρες σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον στην πισίνα.
03
απιστώ, κοιμάμαι με τον καθένα
to have casual sex with multiple partners promiscuously
Dialect
American
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
He's been fucking around behind his girlfriend's back for months.
Αυτός γαμάει τριγύρω πίσω από την πλάτη της κοπέλας του για μήνες.



























