Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jackassery
01
βλακεία, ανόητη συμπεριφορά
foolish, stupid, or idiotic behavior
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Pulling that prank at work was pure jackassery.
Το να κάνεις αυτό το φάρσο στη δουλειά ήταν καθαρή βλακεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jackassery
jackass
jack
ass



























